Μου συνέβη ένα περιστατικό που θέλω πάρα πολύ να σας το πω.
Μη τρομάζετε καλέ μόλις με βλέπετε! Είμαι μικρό και άκακο. Μπορεί να φαίνομαι
λίγο σιχαμερό αλλά δεν φταίω! Έτσι γεννιόμαστε. Κατ’ αρχήν να συστηθώ. Είμαι ο
Μήτσος το σαμιαμίδι. Είμαι περίπου 15cm μαζί με την ουρά και σπανίως θα βρείτε
το είδος μου σε μεγαλύτερα μεγέθη. Τα δάχτυλά μου έχουν βεντούζες αλλά και
νύχια τα οποία με κάνουν κορυφαίο αναρριχητή. Υπάρχουμε παντού και περισσότερα
στα νησιά. Το δέρμα μου είναι ημιδιαφανές και το χρώμα μου αλλάζει ανάλογα με
τις εξωτερικές συνθήκες. Τρώω έντομα και μικρά αρθρόποδα και η ωραιότερη
λιχουδιά μου είναι τα έντομα που έλκονται από τα φώτα. Είμαι νυχτόβιο παρ’ όλο
που βγαίνω και την ημέρα για κυνήγι και ζω μέσα σε σπίτια, σε χαλάσματα και
γενικά όπου μπορώ να βρω κατάλληλη κάλυψη.
Είμαστε εντελώς ακίνδυνα και μην
ακούτε τις βλακείες ότι είμαστε δηλητηριώδεις γιατί δεν ισχύει. Αυτά τα λίγα
για μένα και πάμε τώρα σε αυτό που μου συνέβη γιατί πραγματικά με σημάδεψε.
Μένω στην αυλή ενός κυκλαδίτικου σπιτιού (ενίοτε μπαίνω και μέσα στο σπίτι) σε
σχισμές στο τοίχο και στη μάντρα της αυλής. Ενώ όλο το χρόνο το σπίτι είναι
δικό μου και αλωνίζω, κάποιες μέρες του καλοκαιριού έρχονται οι άνθρωποι και με
ενοχλούν. Κάνουν φασαρία και τότε εγώ τρομάζω κάθε φορά που βγαίνω να κυνηγήσω
καθώς τους βλέπω να κάθονται ή να περπατούν τριγύρω. Τότε σκαρφαλώνω στους
τοίχους για να τους αποφύγω και τρέχω από τη μια σχισμή στην άλλη να κρυφτώ.
Μια μέρα λοιπόν καθώς κοιμόμουν σε μια σχισμή μέσα, μια περίεργη μυρωδιά έπιασα
στον αέρα.
Βγήκα λίγο έξω να δω από πού έρχεται και είδα τον άνθρωπο να κρατάει
ένα πινέλο γεμάτο χρώμα και να βάφει τα παντζούρια. «Αμάν!» σκέφτηκα «δεν θα
μπορέσω να ξαναχωθώ στη τρύπα εκείνη που είχε το τοίχος ανάμεσα στη κάσα. Τη
βούλωσε!». Έκατσα σε μια γωνίτσα και περίμενα τη στιγμή που θα φύγει ο άνθρωπος
από εκεί. Κάποια στιγμή επιτέλους έφυγε. Καθώς έτρεχα προς τα εκεί να δω πόσο
μεγάλη είναι η ζημιά, πέρασα πάνω από μια σακούλα και εκεί κόλλησα! Κοιτάω και
τι να δω; Η σακούλα ήταν γεμάτη με μπογιά και εγώ κόλλησα πάνω της. Δεν
μπορούσα να κουνηθώ. Προσπάθησα να κουνήσω τα μπροστινά πόδια. Τίποτα.
Προσπάθησα τα πίσω. Τίποτα. Προσπάθησα να κουνήσω την ουρά μου μάταια όλα. Με
έπιασε πανικός. Σκέφτηκα ότι αυτό είναι το τέλος μου. Ήρθε η ώρα να πάω σε εκείνο
τον ονειρεμένο μαντρότοιχο που λένε ότι υπάρχει στον παράδεισο και να συναντήσω
προγόνους και φίλους. Καθώς περνούν όλες αυτές οι μαύρες σκέψεις από το μυαλό
μου είδα να σκύβει από πάνω μου ο άνθρωπος. «Αγάπη έλα να δεις!» είπε «ο Μήτσος
κόλλησε στη μπογιά». Η γυναίκα με πλησίασε και είπε «Άχου το μωρέ κάνε κάτι! Μη
τον αφήσουμε έτσι κρίμα είναι».
Πήρε στα χέρια της ένα κατσαβίδι και προσπάθησε
απαλά απαλά και πάρα πολύ προσεκτικά να ξεκολλήσει πρώτα την ουρά μου. Μόλις
ξεκόλλησε η ουρά, προχώρησε στα πίσω πόδια. Κουνούσα την ουρά μου σαν τρελός
ευτυχισμένος που επιτέλους την ένιωθα. Με το που ξεκόλλησαν τα πίσω πόδια έκανα
απότομη κίνηση και μόνος μου απεκλώβισα και τα μπροστινά. Με μια απώλεια όμως…
Έχασα το αριστερό μου ποδαράκι. Έτρεχα σαν παλαβός στον τοίχο πάνω κάτω πέρα
δώθε μέχρι να βρω σχισμή να κρυφτώ. Ξέρω ότι αν μας κοπεί η ουρά εκείνη ξαναβγαίνει.
Δεν ξέρω όμως αν συμβαίνει το ίδιο και για τα πόδια…
