Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

«Ακόμα και η βροχή» - γράφει ο Γιώργος Σιάμινος

Το νερό θεωρείται από τα στοιχειώδη αγαθά για τη ζωή. Η έκφραση «θα πεις το νερό νεράκι» είναι ενδεικτική της σημασίας που δίνουμε σε αυτό. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς φαγητό, πίνοντας μόνο νερό περίπου 2 μήνες, όμως αν δεν πιούμε νερό για 3-4 μέρες θα πάθουμε αφυδάτωση και την 5η μέρα πεθαίνουμε. Πώς θα σου φαινόταν λοιπόν αν σε λίγα χρόνια κατανάλωνες το νερό με το σταγονόμετρο; Πώς θα σου φαινόταν αν πλήρωνες ακόμα και το νερό της βροχής;
Πριν απαντήσεις πως αυτά είναι υπερβολές ή σενάρια επιστημονικής φαντασίας, σκέψου τα τελευταία χρόνια πόσες βεβαιότητες καταρρίφθηκαν και πόσα ακραία σενάρια επαληθεύτηκαν.
Πριν πεις πως αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, δες την ταινία της Ιθιάρ Μπογιαΐν «Ακόμα και η βροχή», η οποία παρουσιάζει την εξέγερση του 2000 της Κοτσαμπάμπα (3η πόλη της Βολιβίας,- πληθυσμός 1,5 εκατομμύριο) για το δικαίωμα στο νερό.
Η κυβέρνηση της Βολιβίας αποφάσισε την ιδιωτικοποίηση του νερού, ενώ με βάση το συμβόλαιο που υπέγραψε με πολυεθνική εταιρία, απαγορεύτηκαν ακόμα και οι εναλλακτικές πηγές περισυλλογής νερού. Απαγορεύτηκε ακόμα και να μαζεύεις νερό της βροχής, ενώ η τιμή του νερού αυξήθηκε κατά 300%!
Ας δούμε την πραγματικότητα με νηφαλιότητα. Πριν από δυο χρόνια, αναλυτές της Citigroup ανέφεραν ότι πολύ σύντομα το νερό θα αποτελεί τη σημαντικότερη επένδυση σε φυσικά προϊόντα, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το πετρέλαιο, τον χαλκό, τα αγροτικά προϊόντα και τα πολύτιμα μέταλλα. Οι κερδοσκόποι μπορούν ήδη να ποντάρουν στο χιόνι, τον αέρα και τη βροχή μέσω των σχετικών με τον καιρό Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης (future markets). Σύμφωνα με το περιοδικό Economist, ήδη στην Ινδία υπάρχουν ATM νερού, όπου ο καταναλωτής πληρώνοντας κάποιο αντίτιμο μπορεί να... πιει μικρές ποσότητες νερού. Αυτή η εικόνα είναι από το μέλλον που μας ετοιμάζουν, όπου το νερό δεν θα είναι δημόσιο αγαθό, αλλά πανάκριβο εμπόρευμα. Οι πολυεθνικές που κάνουν όλο το παιχνίδι παγκοσμίως είναι οι -με έδρα τη Γαλλία- Suez, Saur και Veolia Environment, ο γερμανικός κολοσσός RWE, η ισραηλινή Mekorot και η Agbar, ισπανική εταιρεία, στην οποία σημαντικό ποσοστό κατέχει η Suez.
Παγκοσμίως υπάρχει έλλειψη νερού, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να στερείται την πρόσβαση σε αυτό. Αυτό αφορά κυρίως τις χώρες του «Τρίτου Κόσμου», ωστόσο και περιοχές της Ευρώπης αντιμετωπίζουν σημαντικό πρόβλημα. Η υδατική κρίση είναι κυρίως ανθρωπογενής, και όχι φυσική. Τα αίτια ανάγονται κυρίως στην αλλαγή οικονομικών δομών (π.χ. στις νοτιοευρωπαϊκές χώρες, -και στην Ελλάδα- με την υποκατάσταση των παραδοσιακών καλλιεργειών με άλλες, πολύ πιο υδροβόρες) αλλά σημαντικότερος παράγοντας είναι ο τουρισμός ( π.χ. ένα νησί 10.000 κατοίκων δέχεται 100.000 επισκέπτες το καλοκαίρι. Όχι μόνο το νησί έχει αυξημένες ανάγκες για νερό το καλοκαίρι αλλά, κυρίως χρειάζεται υποδομές για να εξυπηρετεί 100.000 επισκέπτες. Αυτό συνεπάγεται ένα τεράστιο οικονομικό κόστος για υποδομές, αχρείαστες όλο τον υπόλοιπο χρόνο).
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall street Journal, στο παιχνίδι της εμπορευματοποίησης αυτού του δημόσιου αγαθού έχουν μπει οι βιομηχανίες General Electric (ΗΠΑ), Siemens (Ευρώπη), τράπεζες όπως η Goldman Sachs και ιδρύματα ερευνών όπως το Aqueduct Alliance, το οποίο έχει αναλάβει την «χαρτογράφηση» του νερού προκειμένου να προσφέρει στους πελάτες του (ανάμεσά τους και η Goldman Sachs) πληροφορίες για τις περιοχές του πλανήτη που θα αντιμετωπίζουν προβλήματα ύδρευσης και άρδευσης τις επόμενες δεκαετίες.
Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Νερού (WWC) ιδρύθηκε το 1996. Εδρεύει στη Γαλλία και αριθμεί πάνω από 400 μέλη. Κάθε τρία χρόνια φιλοξενεί το Παγκόσμιο Φόρουμ για το Νερό, το πρώτο από τα οποία πραγματοποιήθηκε το 1997. Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του 2009, μια κοινοπραξία εταιρειών και διεθνών οργανισμών συγκρότησαν την παγκόσμια πρωτοβουλία «2030 Water Resources Group» (WRG 2030).
Στο Διοικητικό Συμβούλιο της WRG 2030, καθήκοντα προέδρου έχει αναλάβει ο πρόεδρος της Nestle (ο μεγαλύτερος εμφιαλωτής νερού παγκοσμίως), Πίτερ Μπράμπεκ, ο οποίος με κάθε τρόπο τάσσεται υπέρ της ιδιωτικοποίησης του νερού. Στο πλαίσιο του ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «We Feed the World», ισχυρίστηκε πως η άποψη ότι το νερό αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα προέρχεται από εξτρεμιστικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ενώ μεταξύ άλλων έχει δηλώσει πως η φύση δεν είναι καλή, πως όλοι πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο και σκληρότερα και πως τα γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα είναι καλύτερα από τα βιολογικά!
Επίσης στο Διοικητικό Συμβούλιο συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της International Finance Corporation (IFC), ο επικεφαλής επιχειρήσεων και διευθύνων σύμβουλος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Coca-Cola Company, ο πρόεδρος της Inter-American Development Bank και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της PepsiCo. Μέχρι το 2011, η WRG 2030 είχε λάβει ήδη 1,5 εκατομμύριο δολάρια από τον Διεθνή Οργανισμό Χρηματοδότησης (IFC).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιδιώκει μόνο την ιδιωτικοποίηση των εταιριών ύδρευσης στις πληττόμενες από την οικονομική κρίση χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά παράλληλα σχεδιάζει την ιδιωτικοποίηση του δημοσίου αυτού αγαθού, σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η πλήρης ιδιωτικοποίηση του νερού σε ξένες πολυεθνικές με «μεσάζοντες» Έλληνες επιχειρηματίες προωθείται μέσα από το ΤΑΙΠΕΔ. Τα ΜΜΕ που ελέγχονται από τους... εθνικούς μας εργολάβους δίνουν μεγάλη σημασία στην ιδιωτικοποίηση, προκειμένου να έρθει η... ανάπτυξη!
Την ΕΥΑΘ διεκδικούν η SUEZ Environment, που ελέγχει ήδη το 5% σε κοινοπραξία με την ΑΚΤΩΡ Παραχωρήσεις Α.Ε., και η κοινοπραξία της ισραηλινής MEKOROT με την «Γ. Αποστολόπουλος A.E. Συμμετοχών», την MIYA Water Projects Netherlands και την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή. Η Mekorot (κρατική εταιρεία ύδρευσης του Ισραήλ) είναι η εταιρία που έστησε το «Απαρτχάιντ του νερού» στη Λωρίδα της Γάζας το 1982. Ευθύνεται για την διαρκή κρίση στην παροχή καθαρού νερού ενώ συχνά λειτουργεί σαν μπράβος του Τελ Αβίβ, το οποίο απειλεί να κόψει την πρόσβαση των παλαιστινίων σε πόσιμο νερό. Από το 2000 και μετά έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο και πλέον είναι μια από τις κυρίαρχες εταιρείες στον έλεγχο των υδάτινων πόρων παγκοσμίως, μετατρέποντας το νερό από «δημόσιο αγαθό σε είδος πολυτελείας».
Η ιδιωτικοποίηση του νερού δεν είναι μόνο μνημονιακή υποχρέωση, αλλά προβλέπεται και από τον προϋπολογισμό του 2014. Η αποκρατικοποίηση του νερού, όπως αποκαλείται από τους... ντροπαλούς του νεοφιλελευθερισμού, είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, δημόσιων αγαθών και επιχειρήσεων που ανακινεί ζητήματα οικονομικά, οικολογικά, πολιτισμικά, ποιότητας ζωής. Προβλέπεται πώληση του 40% της ΕΥΑΘ από το 74% που κατέχει το Δημόσιο, και του 27% της ΕΥΔΑΠ από το 61% που βρίσκεται στα χέρια του Δημοσίου καθώς και η ανάθεση του μάνατζμεντ σε ιδιώτη. ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ (και ΔΕΗ) έχουν υποδομές, τις οποίες έφτιαχνε το δημόσιο εδώ και δεκαετίες. Το κόστος το έχουν πληρώσει πολλές γενιές, αυτό λοιπόν που λαμβάνει το δημόσιο σαν αντάλλαγμα δεν ανταποκρίνεται επ’ ουδενί στην πραγματική της αξία. Αν ανταποκρινόταν, κανείς ιδιώτης δεν θα δεχόταν να... επενδύσει!
Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ θα πουληθούν πλέον σε «μεγάλους παίκτες». Θα έχουμε συνεχή αύξηση των τιμολογίων με αιτιολογίες π.χ. την ανάγκη επενδύσεων ή μείωσης της κατανάλωσης. Ταυτόχρονα, θα υποβαθμιστεί η ποιότητα, γιατί η συντήρηση των υποδομών (φράγματα, δίκτυα, καθαρισμός, απόβλητα), ειδικά από τη στιγμή που δεν παράγουν άμεσα κέρδος, θα είναι πλημμελής. Θα υπάρχει αδιαφάνεια και τέλος, έπειτα από χρόνια, θα έχουμε επιστροφή των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων στο δημόσιο με πολύ υψηλότερο κόστος, και ενώ οι υποδομές τους θα έχουν υποβαθμιστεί αισθητά.
Αξίζει να αναφερθούμε σε περιπτώσεις χωρών που προχώρησαν στην ιδιωτικοποίηση του νερού και στις συνέπειες που προκλήθηκαν. Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, η εξαγορά των δικτύων από ιδιωτικές εταιρείες προωθούνταν κυρίως σε τριτοκοσμικές χώρες, ενώ ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώθηκαν συνταγματικές και νομοθετικές παραβιάσεις για να προωθηθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ενώ για χάρη των πολυεθνικών σε κάποιες χώρες προκλήθηκε πολιτική αστάθεια, πραξικοπήματα ακόμη και πολεμικές συγκρούσεις. Χωρίς καμία εξαίρεση, οι  ιδιωτικοποιήσεις προκάλεσαν σημαντικές αυξήσεις στα τιμολόγια. Για παράδειγμα, εκατοντάδες οικογένειες στις φτωχότερες περιοχές της Νικαράγουας (η χώρα καλύπτεται κατά 10% από νερό) αναγκάστηκαν να διακόψουν την εκπαίδευση των παιδιών τους, προκειμένου να πληρώνουν τους λογαριασμούς ύδρευσης (αυξήσεις κατά 30%). Η πολιτική του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας οδήγησε έναν στους τρείς κατοίκους να μην έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό.
Η έκθεση «Υδατικοί πόροι, υποδομές και υπηρεσίες νερού» του ΕΜΠ κατέγραψε ένα προς ένα τα παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων σε όλο τον κόσμο. Συμπέρασμα της είναι ότι από την Τανζανία μέχρι την Αργεντινή και από τον Καναδά μέχρι τη Γαλλία, οι ιδιωτικοποιήσεις είχαν πάντα καταστροφικές συνέπειες για εκατομμύρια ανθρώπους. Αφού συνδυάζονται με σκανδαλώδη ποσοστά κέρδους για τους ιδιώτες, άνιση πρόσβαση στο νερό των φτωχότερων στρωμάτων, αθέτηση υποσχέσεων ανάπτυξης του δικτύου και εκτεταμένα κρούσματα διαφθοράς.
Αγγλία: Από τις πρώτες χώρες της Ευρώπης που εφάρμοσαν αυτή την πολιτική. Το 1989, η Μάργκαρετ Θάτσερ ιδιωτικοποιεί το δίκτυο ύδρευσης στην Αγγλία και την Ουαλία. 1989- 1993 αύξηση της τιμής του νερού κατά 50%. Μέχρι το 2006, συνολική αύξηση 245%. Συνέπειες: Aκόμη περισσότερα σπίτια χωρίς νερό, ενώ οι παρεχόμενες υπηρεσίες ύδρευσης υποβαθμίστηκαν, καθώς οι εταιρείες, προκειμένου να μην χάσουν από την κερδοφορία, περιόρισαν στο ελάχιστο δυνατό τις επενδύσεις σε έργα υποδομής. Θεσπίστηκε Ρυθμιστική Αρχή Υδάτων, η οποία, όμως, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις τιμές, ενώ δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει ούτε τις αναγκαίες επενδύσεις. Το αποτέλεσμα ήταν, όταν οι υποδομές άρχισαν να παρουσιάζουν σημαντικά λειτουργικά προβλήματα, να χορηγηθούν κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τέσσερις ιδιωτικές εταιρείες ύδρευσης, αλλά το κόστος του νερού παραμένει αρκετά υψηλό. Μετά από τόσα χρόνια από πλευράς παραγωγικότητας, με αυστηρά οικονομικά κριτήρια, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Αγγλίας και Σκωτίας (όπου η ύδρευση παραμένει στο δημόσιο), ενώ οι τιμές στη Σκωτία είναι πολύ χαμηλότερες. Η εμπειρία της Αγγλίας καταρρίπτει τον μύθο ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός οδηγεί σε καλή ποιότητα, πτώση των τιμών κλπ. Επίσης δεν υπήρξε αυξανόμενη αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, λόγω της συρροής επενδυτών.
Αργεντινή: Το 1993, η κυβέρνηση παρέδωσε το σύστημα ύδρευσης - αποχέτευσης του Μπουένος Άιρες στις πολυεθνικές Suez and Aguas de Barcelona. Η Παγκόσμια Τράπεζα έσπευσε να συγχαρεί την κίνηση της αυτή, χαρακτηρίζοντάς την ως την πιο ελπιδοφόρα επένδυση. Οι εταιρείες τοποθέτησαν σε θέσεις-«κλειδιά» φίλους της κυβέρνησης με τεράστιους μισθούς, ενώ επέβαλαν αυξήσεις των τιμολογίων που έπληξαν εκατομμύρια φτωχούς. Ύστερα από 4 χρόνια, διαπιστώθηκε ότι οι νέοι ιδιοκτήτες τηρούσαν μόνο το 45% των υποχρεώσεών τους όσον αφορά στις νέες συνδέσεις, ενώ ζητούσαν αλλαγές στη σύμβαση προκειμένου να αυξήσουν την τιμή του νερού. Δέκα χρόνια μετά, διαπιστώθηκε ότι μόλις στο 12% των λυμάτων γινόταν επεξεργασία, ενώ η υπόλοιπη ποσότητα διοχετευόταν χωρίς καμιά επεξεργασία στον ποταμό Ρίο Ντε Λα Πλάτα. Οι εταιρείες,, για να αυξήσουν τα κέρδη, μείωσαν τα έξοδα συντήρησης, ενώ δεν προχώρησαν στην αντικατάσταση των παλιών σωλήνων, με αποτέλεσμα το νερό να πλημμυρίζει τις φτωχότερες συνοικίες. Με την οικονομική κρίση που ακολούθησε, οι καταναλωτές δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τους λογαριασμούς νερού, και το 2005 οι πολυεθνικές Suez and Aguas de Barcelona αποσύρθηκαν από το πρόγραμμα. Η κυβέρνηση επανακρατικοποίησε το δίκτυο, όμως οι ζημιές ήταν τόσο μεγάλες, που χρειάστηκε να το αποκαταστήσει από την αρχή.
Βολιβία: Το 1998, το ΔΝΤ εγκρίνει δάνειο υπό την προϋπόθεση της ιδιωτικοποίησης όλων των δημοσίων υπηρεσιών. Το 1999, δόθηκε το δίκτυο ύδρευσης σε όμιλο εταιρειών με επικεφαλής την αμερικανική Bechtel. Το 2000, η αύξηση της τιμής του νερού είχε φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα, με αποτέλεσμα χιλιάδες Βολιβιανοί να χάσουν την πρόσβαση σ’ αυτό και να προκληθούν ταραχές και συγκρούσεις των πολιτών με την αστυνομία. Απολογισμός: 7 νεκροί (ανάμεσα τους και ένα παιδί 16 ετών). Τελικά ή κυβέρνηση αποφάσισε να επανακρατικοποιήσει το δίκτυο, όμως η αμερικανική εταιρεία αξιώνει αποζημίωση ύψους 25 εκατομμυρίων δολαρίων.
Νότια Αφρική: H ιδιωτικοποίηση του δικτύου ύδρευσης είχε ως αποτέλεσμα μια από τις χειρότερες επιδημίες χολέρας στις φτωχές συνοικίες του Γιοχάνεσμπουργκ το 2000-2002.
Γαλλία: Το 1985, οι πολυεθνικές Veolia και Suez ανέλαβαν τη διαχείριση του νερού του Παρισιού. Από τη στιγμή που ο Ζακ Σιράκ προχώρησε στην ιδιωτικοποίηση, η αύξηση της τιμής του νερού έφτασε το 200%. Το 2008, ο δήμος του Παρισιού αποφάσισε να μην ανανεώσει τη σύμβαση, αλλά να αναλάβει η δημοτική αρχή το σύστημα ύδρευσης. Το 2010, ιδρύεται η δημοτική εταιρεία Eau de Paris και ο δήμος καταφέρνει να εξοικονομήσει 35 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Η απόφαση οφειλόταν σε δύο μεγάλα προβλήματα. Πρώτον, δεν υπήρχε διαφάνεια στις αποφάσεις διαχείρισης του νερού, γιατί ο ιδιώτης δεν έχει καμιά υποχρέωση να ενημερώνει τον δήμο. Δεύτερον, ο δήμος πλήρωνε πολλά, χωρίς κανένα όφελος. Με τη νέα δημοτική επιχείρηση υπήρξε εξοικονόμηση 15% όσον αφορά τον πόρο, κέρδος από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας και ταυτόχρονα μείωση των τιμολογίων κατά 8%. Παρόλα αυτά, το νερό στη Γαλλία ελέγχεται σήμερα κατά 70% από ιδιωτικές εταιρείες.
Γερμανία: Tο 1999, ιδιωτικοποιήθηκε μερικώς η επιχείρηση ύδρευσης του Βερολίνου από τη Veolia και τη RWE. Η συμφωνία προέβλεπε ότι για τέσσερα χρόνια δεν θα γίνονταν αυξήσεις. Μετά άρχισε μια ραγδαία αύξηση των τιμολογίων και μειώθηκαν οι θέσεις εργασίας, στο πλαίσιο του «εξορθολογισμού» της εταιρείας. Σε μια δεκαετία οι δύο πολυεθνικές έκαναν απόσβεση, και ο δήμος, ενώ κέρδιζε πάνω από 100 εκατομμύρια το 1997, το 2002 έπρεπε να πληρώνει 10 εκατομμύρια. Το 2008, άρχισε η συλλογή υπογραφών για να γίνει δημοψήφισμα, με αίτημα να δημοσιοποιηθούν πλήρως οι λεπτομέρειες της συμφωνίας ιδιωτικοποίησης, που ήταν ασαφείς. Ο δήμος, προσπαθώντας να καθυστερήσει το δημοψήφισμα, δημοσιοποίησε κάποια στοιχεία. Πριν ακόμα γίνει το δημοψήφισμα, οι πολυεθνικές ανακοίνωσαν ότι αποχωρούν! Στη Γερμανία η συντριπτική πλειοψηφία των εταιρειών ύδρευσης παραμένουν δημοτικές.
Σε χώρες, όπως η Ινδία, η ιδιωτικοποίηση του νερού περνά πρώτα μέσα από τα ΣΔΙΤ (συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου τομέα). Έτσι, από τη μια οι δημόσιες επιχειρήσεις αρχίζουν να λειτουργούν με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος και από την άλλη, οι ιδιωτικές βρίσκουν τρόπο να καταλάβουν την αγορά, εκμεταλλευόμενες τα δίκτυα ύδρευσης, για τα οποία έχουν πληρώσει γενιές φορολογούμενων. Η διατήρηση της συντήρησης των δικτύων στο δημόσιο αποτελεί κανόνα στα περισσότερα προγράμματα ιδιωτικοποίησης. Έτσι τα κέρδη περνούν στους ιδιώτες, ενώ οι ζημιές μένουν στους φορολογούμενους. Σε άλλες περιπτώσεις, η επανεθνικοποιήση αποτελεί απλώς ένα ενδιάμεσο βήμα, στο οποίο το κράτος αναλαμβάνει να συντηρήσει και να αναπτύξει το δίκτυο προκειμένου να το παραδώσει και πάλι κερδοφόρο στους ιδιώτες.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το νερό δεν πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, όχι μόνο γιατί πρόκειται για δημόσιο αγαθό, αλλά και για καθαρά οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους, αφού αποδείχθηκε ότι η δημόσια διαχείριση είναι προς το συμφέρον και των πολιτών και του δημόσιου ταμείου. Η ιδιωτικοποίηση του, αντί να λύσει, δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στον τομέα της πρόσβασης των πολιτών σε καθαρό νερό. Οι εταιρείες που  εκμεταλλεύονται παγκοσμίως τους υδάτινους πόρους αθετούν συστηματικά τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει για την κατασκευή και επέκταση των δικτύων. Αν και τα τελευταία χρόνια σε όλη τη δυτική Ευρώπη επικράτησαν τάσεις επιστροφής των δικτύων ύδρευσης σε δημόσιο ή δημοτικό έλεγχο, η γενική εικόνα αναμένεται να επιδεινωθεί εξαιτίας της μετατροπής της Κομισιόν σε μηχανισμό προώθησης των ιδιωτικοποιήσεων. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου η Ε.Ε αδιαφόρησε για το δημοψήφισμα με το οποίο οι πολίτες απέρριψαν την ιδιωτικοποίηση σε ποσοστό 95%.
Μπορεί το Συμβούλιο της Επικρατείας να έκρινε αντισυνταγματική την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ (ιδιωτικοποίηση είναι αντίθετη στα άρθρα 5 και 21 του Συντάγματος), έπειτα από την γενική κατακραυγή του κόσμου που αποτυπώθηκε και στο δημοψήφισμα που έγινε στη Θεσσαλονίκη (98% απαίτησαν το νερό να παραμείνει δημόσιο αγαθό), ωστόσο κανένας δεν πρέπει να επαναπαυτεί, αφού όπως έχει αποδειχθεί, αν οι αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων δεν συμφωνούν με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, τότε τόσο το χειρότερο για τις αποφάσεις!
Η διεθνής εμπειρία έχει να επιδείξει δεκάδες περιστατικά όπου οι τοπικές κοινωνίες κατάφεραν να διατηρήσουν τον δημόσιο έλεγχο του νερού ή ακόμη και να αντιστρέψουν την διαδικασία ιδιωτικοποίησης του.



Ο Γιώργος Σιάμινος γεννήθηκε στα Σέρβια Κοζάνης (30/7/1984). 
Τελείωσε τις προπτυχιακές ( Ιστορικός-φιλόλογος) και μεταπτυχιακές σπουδές 
(Ιστορική Δημογραφία) στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (Κέρκυρα). 
Μεταξύ άλλων υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας φοιτητικού περιοδικού 
και υπεύθυνος φοιτητικής κινηματογραφικής λέσχης