Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

"Η Φυγή" - γράφει η Ιωάννα Πορτοκάλη

Έβαλε το τελευταίο αντικείμενο στη βαλίτσα και τράβηξε το φερμουάρ. Η απόφαση είναι τελεσίδικη. Τον άφηνε. Φόρεσε το παλτό της, άνοιξε τη πόρτα και έκανε το πρώτο βήμα προς τη νέα της ζωή.

Ο αέρας λυσσομανούσε. Περνούσε με δύναμη ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων που λύγιζαν και πάλευαν να μην σπάσουν. Της έπαιρνε τα μακριά, μαύρα της μαλλιά και της τα ανακάτευε. Οι όμορφες μπούκλες της μαστίγωναν το πρόσωπό της και τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της στα μάγουλά της τις έβρεχαν και τις έκαναν να γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού που σιγά σιγά χανόταν καθώς χάραζε το πρώτο φως της μέρας.
Ο ουρανός ντυνόταν στο πιο όμορφο μπλε. Το μπλε της αυγής καθώς εκείνη διάβαινε τα στενά, γραφικά σοκάκια. Το βάρος που κουβαλούσε στη βαλίτσα, δεν μπορούσε να συγκριθεί με το βάρος της ψυχής της. Κάθε σκέψη οδυνηρή γινόταν ένα βήμα πιο δυνατό, πιο σταθερό προς τη λύτρωση.

Στάθηκε στη στάση του λεωφορείου και περίμενε. Χαμένη στις σκέψεις δεν πήρε είδηση το λεωφορείο που σταμάτησε μπροστά της. Οι πόρτες του άνοιξαν και το τρίξιμο που ακούστηκε την τρόμαξε. Ο οδηγός κατέβηκε και με ένα πλατύ χαμόγελο της πήρε τη βαλίτσα και την τοποθέτησε στο πορτ μπαγκαζ. Ανέβηκε στο λεωφορείο και έκατσε σε θέση δίπλα σε παράθυρο που έβλεπε προς τη μεριά της θάλασσας. Δεν ήθελε να ξοδέψει άλλο ένα βλέμμα κοιτώντας το χωριό.

Έφτασε στο λιμάνι και πήρε βαθιά ανάσα καθώς την τύλιξε η θαλασσινή αύρα. Κόσμος πολύ, άλλοι όρθιοι, άλλοι καθιστοί πάνω στις αποσκευές τους, άλλοι να περιμένουν μέσα στα οχήματά τους. Προχώρησε μπροστά και με προσπάθεια πολλή για να περάσει ανάμεσα από ανθρώπους και αποσκευές, έφτασε στο φάρο όπου ακούμπησε τη δική της βαλίτσα και περίμενε.



Το καράβι φάνηκε στο ακρωτήρι. Έκανε μια εντυπωσιακή στροφή και εισήλθε στο κόλπο με πορεία στη προβλήτα. Ένας γίγαντας από λαμαρίνες, επιβλητικός που μεταφέρει τόσες ψυχές. Ρίχνει τη μεγάλη του πόρτα και με το νεύμα του λιμενικού ο κόσμος επιβιβάζεται. Ανέβηκε επάνω και άφησε τη βαλίτσα της σε ένα τραπεζάκι που βρήκε ελεύθερο. Βγήκε στο κατάστρωμα και ακούμπησε στα κάγκελα. Γέμισε η ψυχή της από την εικόνα του νησιού της που το άφηνε για να πάει στο άγνωστο. Τα μάτια της γέμισαν ξανά από δάκρυα. Άνοιξε τη τσάντα της και έβγαλε από μέσα ένα ζευγάρι χειροπέδες. Χάιδεψε για λίγο τις καμπύλες, την αλυσίδα που τις έδενε. Αυτές οι χειροπέδες ήταν δώρο του σε κάποια επέτειό τους. Της είχε πει ότι θα ήθελε να γίνει λίγο πιο πικάντικη η ερωτική τους ζωή. Στην πραγματικότητα όμως οι χειροπέδες αυτές ήταν τα δεσμά της σε όλους τους τομείς της ζωής της. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, άπλωσε τα χέρια και τις πέταξε στη θάλασσα. Ένα ανατριχιαστικό γέλιο άρχισε να αναβλύζει από τα βάθη της ψυχής της.