Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Καθημερινές Ιστορίες - γράφει ο Γιώργος Σιάμινος

Αλήθεια μερικές φορές αναρωτιέμαι αν έχω κάποια φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει πάνω στο κούτελο, η οποία λέει «Καλωσορίσατε μαλάκες, όλου του ντουνιά» και τους τραβάει σαν μαγνήτης. Κάποια πιο πειστική εξήγηση δεν μπορώ να δώσω. Άλλα και γω μόλις αντιληφθώ ότι είναι κοντά μου αυτό το -κατά τα άλλα- συμπαθές είδος δίποδου θηλαστικού, δεν αφήνω την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη! Αν είσαι παθών θα με καταλάβεις στην συνέχεια, αν δεν είσαι παράτα αυτό το κείμενο και κάνε κάτι χρήσιμο, γιατί τζάμπα χάνεις τον χρόνο σου.
Ώρα 8:30 πρωινή. 
«Παρακαλώ, κλείστε την πόρτα».
«Παρακαλώ, πατήστε το κουμπί μέχρι να γίνει πράσινο».
«Παρακαλώ, ωθήσατε».
Τόσα μαζεμένα «παρακαλώ», ούτε σε παραγγελία των goodys δεν ακούς. Άσε μας κουκλίτσα μου με τις ευγένειες πρωινιάτικα και άνοιξε να μπω, μου ρθε να πω στην ανέραστη φωνή από το υπερπέραν.
Μπαίνω φουριόζος και με νεύρα σε υποκατάστημα τραπέζης (δεν έχει σημασία σε ποια, άλλωστε όλοι οι τραπεζίτες έχουν την ίδια γουρουνοφάτσα), επαρχιακής πόλης. Δεν έχω ευρώ στη τσέπη και είμαι και άκαπνος και χωρίς καφέ (αυτό κράτα το), εξού η φούρια και τα νεύρα. Μισή ώρα πριν είχα ξυπνήσει και έφυγα από το σπίτι σαν κυνηγημένος, αφού οι δύο εξαρτήσεις μου, αποζητούσαν φορτικά τη δόση τους. Καμιά δεκαριά σκουροντυμένα άτομα (μεγάλης ηλικίας) στέκουν υπομονετικά και αδιαμαρτύρητα στον μόνο ανοιχτό γκισέ εξυπηρέτησης. Έτσι όπως ήταν στημένα έμοιαζαν σαν να περίμεναν να χαιρετήσουν τον μακαρίτη. Αν πρόσθετες τις ηλικίες τους, σίγουρα συμπλήρωναν αιώνα.

Σκέφτομαι πως ίσως οι γριές και τα παππούδια θέλουν να αναβιώσουν τις παλιές... καλές εποχές, τότε που αν δεν στεκόσουν σε μια ουρά κάθε μέρα (είτε σε δημόσιο, είτε σε ιδιωτικό φορέα), δεν ένιωθες Έλληνοευρωπαίος φορολογούμενος πολίτης,  βρε αδερφέ! 
Ίσως να χαμογέλασα αμυδρά με την σκέψη μου, αλλά μόλις πήγα στο μηχάνημα με τα χαρτάκια προτεραιότητας και το βρήκα παροπλισμένο, το γέλιο κόπηκε μαχαίρι. Τελικά οι ηλικιωμένοι δεν ήθελαν να αναβιώσουν το... παραδοσιακό έθιμο της αναμονής σε ουρά, μα ήταν εκεί όρθιοι από ανάγκη.
Εκείνη την ώρα για να πω την αλήθεια δεν ένιωσα, ούτε συμπόνια, ούτε κατανόηση, ούτε κάποιο άλλο θετικό συναίσθημα για την ταλαιπωρία τους. Ήθελα ως δια μαγείας να εξαφανιστούν από μπροστά μου. Ας ερχόταν να τους πάρει όλους μαζί ο τύπος με το... ολόσωμο, μαύρο ριχτό και το δρεπάνι, αρκεί να βρησκόμουν μια ώρα αρχύτερα μπροστά από το ταμείο. Όπως ξέρετε στις μέρες μας θαύματα δεν γίνονται και έτσι το πήρα απόφαση να πάω και γω πίσω από την ουρά, κατεβάζοντας τον μέσο όρο ηλικίας της κοντά στα 75! Όσο πλησιάζω, τόσο η ατμόσφαιρα μυρίζει έντονα ναφθαλίνη, γερασμένη σάρκα και κολόνια Μυρτώ λεβάντα.
Ενώ βρίζω από μέσα μου τον εαυτό μου, που δεν έχω φιλοτιμηθεί ακόμη να κάνω μια κολοαίτηση ώστε να βγάλω μια κάρτα ή e – banking για να μην ταλαιπωρούμαι άδικα, νιώθω κάποιον να πλησιάζει πίσω μου. Μαζί του φέρνει μια ανακατωμένη μυρωδιά αλκοόλ και τσιγαρίλας. Από την ναφθαλίνη καλύτερα, ωστόσο η τσαγαρίλα μεγεθύνει την ανάγκη μου για τσιγάρο. Στέκεται ακριβώς πίσω μου και τον ακούω να ψιθυρίζει βρισιές για το μηχάνημα με τα χαρτάκια.

Η ώρα περνάει αργά και βασανιστικά και η ουρά προχωράει με ρυθμούς υπεραιωνόβιας...ανάπηρης και υπέρβαρης χελώνας! Ναι -ναι όπως τα λέω είναι αγαπητέ αναγνώστη, καμιά υπερβολή.
9:04 ακριβώς και έχουν εξυπηρετηθεί μόλις δύο άτομα. Τώρα στο γκισέ βρίσκεται γαντζωμένη μία γριά ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας του 1950, γύρω στα 80, με ύψος περίπου στο 1,45 με τα χέρια στην ανάταση και γω είμαι πλέον σίγουρος, ότι κάποια σιωπηλή συνωμοσία έχουν κάνει μεταξύ τους τα χούφταλα, για να μου σπάσουν τα νεύρα!
Μέχρι να ξεμπερδέψει ο υπάλληλος με τη γριά η ώρα έχει πάει 9:20 και η υπομονή μου περίπατο. Όμως οπως λέει και ένα... σουξεδάκι της εποχής  «... ο νους μας είναι αληταριό κ΄ όλο θα δραπετεύει», έτσι και γω δραπετεύω από το σκηνικό ελληνικής ταινίας του 50΄΄ και επιστρέφω στον 21ο αιώνα, σερφάροντας στο ίντερνετ από το κινητό μπας και ξεχαστώ και μου φανεί η αναμονή μικρότερη.
Διαβάζω τα νέα της ημέρας. Ο Στουρνάρας διοικητής της τράπεζας της Ελλάδος,. Ο Δαραβίγκας (του ερωτοδικείου) πρόεδρος του ΟΚΑΝΑ. Σύλληψη 70 χρόνου Ιταλού που μαχαίρωσε σκύλο. Ο Τσίπρας στον Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων. Ο Κουτσούμπας χαριεντίζεται με την Αγγελοπουλου-Δασκαλάκη. Μόνο ότι η WWF κάνει παγκόσμια εκστρατεία ευαίσθητοποίησης για την επερχόμενη εξαφάνιση του θηλαστικού Benizelous, δεν διάβασα! Καθώς αναρωτιόμουν τι πάθανε σήμερα όλοι και τρολάρουν ασύστολα, πληροφορούμαι ότι στην Αριζόνα ένας 39χρονος πυροβολούσε το φεγγάρι και συνελήφθη από αστυνομικούς για άσκοπους πυροβολισμούς! Μα καλά σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας; Η ερώτηση μένει αναπάντητη, αφού ένα κινητό αρχίζει να χτυπά παίζοντας το διαχρονικό άσμα ασμάτων  «σώμα μου, σώμα μου φτιαγμένο από πηλό. Σώμα μου νίκησες και πάλι το μυαλό». Είναι του τύπου που βρίσκεται ακριβώς από πίσω μου.

«Έλα μανάρι μου στην τράπεζα είμαι», λέει και η φωνή του φέρνει στο μυαλό μου πορτιέρη νυχτερινού πολιτιστικού κέντρου της εθνικής οδού Λαμίας – Θεσσαλονίκης.
Παύση μερικών δευτερολέπτων. 
«Αι στο διάολο μωρή κάρυα», λέει με οργή η ίδια φωνή
Παύση αρκετών δευτερολέπτων
« Καλά θα τα... πούμε μόλις τελειώσω. Και γω σ ΄ αγαπώ».
Έχω μείνει παγωτό. Μέσα σε ένα λεπτό ο... άρχοντας έχει καταφέρει να μαλώσει και να τα ξαναβρεί με την γυναίκα/ερωμένη του! Η (αδικαιολόγητη) πατρική αγωνία ξαναεμφανίζεται, το αναπάντητο ερώτημα επανέρχεται ακόμη πιο πιεστικό, μα καλά σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας;

Πριν προλάβω να ανασυνταχτώ από το σοκ, μια δεύτερη έκπληξη σκάει σαν σφαλιάρα πάνω στο μάγουλο.
Χτύπος τηλεφώνου. Ο ήχος ακούγεται πάλι από πίσω μου. «Δωσ΄ μου μου ένα δάνειο ζωής, δυο μήνες ευτυχία και πάρε επιτόκιο δυο χρόνια δυστυχία». Ένα αντιστασιακό τραγούδι, με βαθύ αντικαπιταλιστικό νόημα και ξεκάθαρη πολιτική θέση εναντίον των τοκογλυφικών τραπεζικών επιτοκίων. Οι στοίχοι σκάνε σαν μολότοφ πάνω στις τζαμαρίες της τράπεζας! Θα μπορούσε να είναι Βάρναλης, Ρίτσος, ίσως και Γώγου. Ποιος ξέρει; τώρα με τον Ζαγοράκη στην Ευρώπη για υπεύθυνο παιδείας, ίσως από το χρόνου μπει στην ύλη στο μάθημα της Λογοτεχνίας. Άρε Κομανταντε Νότis τι μας έκανες πρωινιάτικα!
Ο τύπος το σηκώνει.
«Έλα» λέει κοφτά
«Τράπεζα» απαντά μονολεκτικά 
παύση μερικών δευτερολέπτων
«Όχι το απόγευμα θα ρθω έχω δουλειές», λέει με δυσφορία
παύση
«Να πας στη μάνα σου τότε» απαντάει θυμωμένα
παύση
«Ωωω μην με πρήζεις ρε γυναίκα. Μαγείρεψε ότι θες, εγώ θα φάω έξω. Αντε γεια» (με απαξίωση)

Ο τύπος με έχει κάνει ψυχολογικά ράκος. Και γκόμενα και γυναίκα και διαφορετικά ριγκτοουνς για να τις ξεχωρίζει και θα τα... πει με την μία μόλις τελειώσει από την τράπεζα και θα φάει μαγειρευτό φαγητό από την άλλη το απόγευμα. Και γώ; Όπως έλεγε και ο Ανδρέας που τραγούδησε το... επίθετο του στο ουδέτερο, νιώθω «ένα κουτσουράκι, Τόσο δα μικρούτσικο.»! Δεν έχω πιει πρωινό καφέ, δεν έχω κάνει το πρώτο μου τσιγάρο και χω να πληρώσω και το ΤΕΒΕ, πόσα ακόμα χτυπήματα της μοίρας να αντέξω; Αισθανόμουν πιο losser και από τον Κουβέλη μετά τις ευρωεκλογές, πιο απογοητευμένος και από τον Άδωνη μετά τον ανασχηματισμό!
Προσπαθώ να ενώσω τα κομμάτια μου και καταφέρνω να ανακτήσω την επαφή με τον έξω κόσμο μετά από πολύ ώρα.
Ώρα 10:47. Δίπλα μας έχει ανοίξει και το άλλο ταμείο, ενώ έχει γίνει και το μηχάνημα, αλλά δεν μου καίγεται καρφί. Πλέον έχω φάει τον γάιδαρο και μου χει μείνει η ουρά. Μπροστά μου έχει απομείνει μόνο ένας γέρος με Πάρκινσον που μιλά με μια... παλιοσειρά του, που βρίσκεται παραδίπλα.  «Πάνε στο καφενείο και θα ρθω. Θα πάω πρώτα να πάρω τα εισιτήρια για τα μπάνια (κοινωνικού τουρισμού) και θα ρθω». Ακουμπά με κόπο το μπαστούνι του δίπλα στο ταμείο και με ακόμη περισσότερη προσπάθεια ψαχουλεύει την εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Βγάζει δύο βιβλιάρια και τα δίνει στον υπάλληλο. Τι θάλασσα θες ρε παππού, που πας σαν βάρκα με 10 μποφόρ και αύριο- μεθαύριο θα τα τινάξεις τα πέταλα, μου ρθε να του πω, αλλά συγκρατήθηκα.
«Δες πρώτα το σκισμένο», λέει με κακομοίρικη φωνή στον νεαρό υπάλληλο. 
«Μήπως μπήκε το επίδομα απο το πλεόνασμα» συμπληρώνει βήχωντας.
Ο υπάλληλος γράφει τα στοιχεία του πελάτη στον υπολογιστή και έπειτα με γρήγορες κινήσεις περνά το βιβλιάριο από το μηχάνημα.
«Μπα... δεν τα έβαλαν ακόμα. Μάλλον Δευτέρα θα μπουν»
«Δευτέρα;» ρωτάει ο γέρος ενοχλημένος. «Ο Παπαδάκης χθες στην τηλεόραση είπε ότι θα μπουν σήμερα» συμπληρώνει με βεβαιότητα. Μάγκας ο παππούς σκέφτομαι. Πάντα η επίκληση στην αυθεντία πιάνει.
«Τι να σου πω παππού; Λεφτά δεν μπήκανε» του απαντά κάπως απότομα ο υπάλληλος.
«Καλά παιδάκι μου, μην φωνάζεις» λέει με ακόμη πιο κακομοίρικη φωνή.
«Θέλετε τίποτα άλλο;» ρωτά με τυπικότητα ο υπάλληλος.
«Ναi, δες και το άλλο βιβλιάριο»
Ο υπάλληλος ξανακάνει την ίδια διαδικασία με ακόμη πιο γρήγορες κινήσεις.
«Πόσα θες να βγάλεις παππού» ρωτά αυτή τη φορά ήρεμα.
«Πόσα έχει μέσα;» ρωτά αυτός με την πιο κακομοίρικη φωνή που άκουσα ποτέ.
«21381,23» του λέει ο υπάλληλος και το ποσό ακούστηκε με echo μέσα στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω αλλά εκείνη την στιγμή νομίζω ότι οι κόρες των ματιών μου πήραν το σχήμα του ευρώ και η πίεση μου ξεπέρασε εκείνη του γέρου.
«Εεε ...βγάλε 400 ευρώ παιδάκι μου»
Nα ανακεφαλαιώσουμε λίγο γιατί το μυαλό μου μούδιασε σαν να ξύπνησα με hangover μετά από πολλά σφηνάκια τεκίλας (κατα προτημηση κίτρινης) ανακατομένης με βότκα και αν δεν είναι καμιά πλάκα του Φερεντίνου (Μπα τώρα κάνει το «άκου τι είπαν») τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά.

Ο μπροστινός μου είναι ένας 80αρης... χαμηλοσυνταξιούχος με Πάρκινσον και με το ένα πόδι στην κάσα, που θα πάρει επίδομα πλεονάσματος, τζάμπα διακοπές (φαντάζομαι Μύκονο θα πάει το... παιδί) με εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού και έχει καταθέσεις 21381,23, ενώ ο πίσω μου έχει γκόμενα που θα τα... πει μαζί της μετά την τράπεζα και μια δούλα -που νομίζει ότι είναι γυναίκα του- και θα του χει έτοιμο φαι για το απόγευμα και γω ανάμεσα τους χωρίς καφέ, χωρίς τσιγάρο, χωρίς...χωρίς..., με 530 ευρώ καταθέσεις από τα οποία 450 θα πάνε στο ΤΕΒΕ, τα... 30 για τις ανάγκες μου και τα 50 στην τράπεζα για να... τοκίζονται!
Είχα πιάσει πάτο. Ήμουν σίγουρος ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα ή μήπως μπορούσαν;
Αυτό το μαρτύριο έμοιαζε να χει τελειώσει. Είχε έρθει η σειρά μου. Το ρολόι απέναντι έδειχνε 11:06. Αφού πήρε τα βιβλιάρια και τα λεφτά ο γέρος και κατάφερε να ξαναπιάσει το μπαστούνι του, εκεί που είμαι έτοιμος να βγάλω το δικό μου βιβλιάριο νιώθω ένα χτύπημα στην πλάτη μου. Ωχ ο πορτιέρης του νυχτερινού πολιτιστικού κέντρου της εθνικής οδού Λαμίας – Θεσσαλονίκης, τι να θέλει αναρωτιέμαι και ξεροκαταπίνω.
Γυρίζω διστακτικά και τι να δω;
Ανάστημα το πολύ 1,55. Μια μπάκα λες και ήταν πάνω στο μήνα της γέννας, στα αξύριστα μούσια του κολλημένα ξερά σάλια, τα χνώτα του μύριζαν μπύρα και τα ρούχα του νικοτίνη.
Παρακαλώ; του λέω αλλά το ύφος μου μοιάζει σαν το ύφος του Σόιμπλε όταν μιλάει για μια γερμανική αποικία του Νότου!
Κάνε άκρη να μπω μπροστά, γιατί βιάζομαι μου λέει και από την πρώτη του φράση κιόλας έχω ήδη
προετοιμάσει μέσα στο κεφάλι μου την απολογία για το δικαστήριο! Τελικά αποφασίζω πως δεν αξίζει να χαραμίσω τα νιάτα μου για μια απομίμηση ανθρώπου και απλά γυρίζω μπροστά χωρίς να πω τίποτα.

Βγάζω αργά- αργά το βιβλιάριο και το δίνω στο παιδί. Ο τύπος μου ξαναχτυπά την πλάτη, αλλά δεν του δίνω καμία σημασία. Κάνω νόημα στον νεαρό υπάλληλο να χαλαρώσει και μετά ακολουθεί μία σκηνή βγαλμένη από ταινία του Αγγελόπουλου, από εκείνες που μπορείς να πας στην τουαλέτα, μετά να ετοιμάσεις ένα τοστ, να το φας, να πλύνεις και το πιάτο και παρόλα αυτά η σκηνή πλησιάζει απλά στην μέση.
Κάνω πως ψάχνω τις τσέπες μου δύο και τρεις φορές για να βρω την ταυτότητα. Τελικά τη βρίσκω στην πρώτη τσέπη. Ανοίγω το βιβλιάριο και το ξεφυλλίζω χωρίς κανέναν πραγματικό λόγο λες και διαβάζω κανένα βιβλιαράκι τσέπης. Τα δίνω στον υπάλληλο. Αυτός σε χαλαρούς ρυθμούς (ααα δεν μπορώ να πω η εξυπηρέτηση του ήταν... ιδανική) κάνει τα διαδικαστικά.
«Πόσα χρήματα θες;»
Τον ρωτάω πόσα έχει 
«530 και κάτι ψηλά» μου λέει. Κάνω πως σκέφτομαι για λίγο 
«πόσα ψηλά» τον ρωτάω, καθώς νιώθω τον τύπο πίσω μου να ξεφυσά. 
«530, 47» λέει ο υπάλληλος «και 47;»  ξαναρωτάω  «ναι» λέει ο υπάλληλος και ήμαστε έτοιμοι και οι δυο να βάλουμε τα γέλια. 
«Λοιπόν βγάλε 480, 47. θέλω δύο 4 πενηντάευρα, 8 εικοσάευρα 5 δεκάευρα, 8 πεντάευρα, 5 δύευρα, 15 μονόευρα» (κάπου εδώ ο πίσω αρχίζει να βγάζει κάτι πνιχτούς ήχους). 
«Τι σου είπα μέχρι τώρα» ρωτάω τον υπάλληλο με όση σοβαρότητα μου χε μέινει. Αυτός ξεκινά αναλυτικά να μου λέει «4 πενανταευρα, 8 εικοσάευρα 5 δεκάευρα, 8 πεντάευρα, 5 δίευρα και 15 μονάευρα.»
« Όπα sorry λάθος 4 δίευρα και 17 μονόευρα του λέω» 
« Οκ 4 δίευρα και 17 μονόευρα», επαναλαμβάνει 
« και το σύνολο μέχρι τώρα πόσο είναι.», 
«Εεε...475»,  μου απαντάει έπειτα από λίγο. 
« Ωραία επίσης θέλω 4 πενηντάλεπτα, 8 εικοσάλεπτα, 8 δεκάλεπτα , ένα παντάλεπτο και ένα δίλεπτο!»

Έχω φτάσει τον τύπο πίσω μου στα όρια εγκεφαλικού, αρχίζει να μουρμουράει αλλά δεν του δίνω καμία σημασία. Η λέξη χαρά δεν είναι κατάλληλη για να περιγράψει το συναίσθημα που νιώθω. Είναι κάτι περισσότερο και καλύτερο νιώθω ηδονή. Έχω ξεχάσει για λίγο και τον καφέ και το τσιγάρο αφού από την ευχαρίστηση η ντοπαμίνη κάνει πάρτι στον εγκέφαλο.
«Εεε... συγνώμη», λέω στο νεαρό «αντί για το δίλεπτο δώσε μου δύο μονόλεπτα»!!!
Χαμογελάει και μου δίνει τα λεφτά. Προσπαθώ να τα χωρέσω με κάποιο τρόπο στις τσέπες μου. Από πίσω ακούγεται η φωνή του μαλάκα «άντε τελείωνε γιατί....», πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση έχω γυρίσει πίσω και με στυλ μελλοθάνατου ισοβίτη που θα έκανε να το βουλώσει ακόμη και πορτιέρης νυχτερινού πολιτιστικού κέντρου της εθνικής οδού Λαμίας και μάτι να γυαλίζει του λέω « γιατί τι θα γίνει;.» Το τριχωτό βαρέλι του ενάμισι μέτρου δεν λέει τίποτα. Ξαναγυρίζω στον ταμία. «Ρε φίλε τι χαρτιά χρειάζονται(όχι ότι δεν ήξερα, αλλά έτσι... κουβέντα να γίνεται) για να βγάλω μια κολοκάρτα, γιατί δεν μπορώ να κάθομαι με τους μαλάκες στην ουρά». Αφού με ενημερώνει των ευχαριστώ πολύ για την εξυπηρέτηση και φεύγω.

Η ώρα είναι δώδεκα παρά τέταρτο. Βρίσκομαι μέσα στον προθάλαμο της εξόδου και ακούω την ίδια ανέραστη φωνή να με παρακαλεί να πατήσω το κουμπί. Την αφήνω να επαναλάβει 2-3 φορές την ίδια φράση και στο τέλος τη... λυπάμαι και το πατάω!
Ο καιρός ηλιόλουστος και γω περπατώ στο δρόμο ακούγοντας το κουδούνισμα των νομισμάτων που χω στις τσέπες μου. Πρώτη στάση στο περίπτερο της πλατείας  «Ένα καπνό Καρέλια και χαρτάκια Rizla ασημί, ευχαριστώ». Δεύτερη στάση για καφέ. «Ένα φρέντο εσπρέσο σκέτο, ευχαριστώ.»  Παίρνω την πρώτη τζούρα από το τσιγάρο και νιώθω με ευχαρίστηση τον καπνό να μπαίνει στα πνευμόνια μου. Μόλις έρχεται ο καφές τον παίρνω από τα χέρια της κοπέλας και ρουφάω το καλαμάκι, όπως το μπιμπερό τα μωρά. Νιώθω τις κόρες των ματιών μου να συστέλλονται και έρχομαι στα ίσα μου. Τώρα μάλιστα! Αισθάνομαι περίφημα. Αν δεν ήταν και η πληρωμή του ΤΕΒΕ όλα θα ήταν τέλεια!

Ο Γιώργος Σιάμινος γεννήθηκε στα Σέρβια Κοζάνης (30/7/1984). Τελείωσε τις προπτυχιακές ( Ιστορικός-φιλόλογος) και μεταπτυχιακές σπουδές (Ιστορική Δημογραφία) στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (Κέρκυρα). Μεταξύ άλλων υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας φοιτητικού περιοδικού και υπεύθυνος φοιτητικής κινηματογραφικής λέσχης