Πάντα
με γοήτευαν οι παλιές, ίσως λίγο φθαρμένες και με τσακισμένη άκρη, ασπρόμαυρες
οικογενειακές φωτογραφίες.
Mε μαγνητίζουν οι φιγούρες των προγόνων που
ποτέ δεν γνώρισα, να στέκονται τις περισσότερες φορές ανέκφραστοι και αμήχανοι,
θαρρείς με κάποιο ίχνος ταπεινότητας. Το σύνηθες φόντο αυτών των φωτογραφικών
στιγμών είναι κυρίως κάποιο σπίτι του χωριού, ή κάποια πεδιάδα της μακεδονικής
υπαίθρου, καθώς και στιγμιότυπα από γάμους, βαφτίσια και ανέμελα τοπικά
γλέντια.
Από
τις πλέον αγαπημένες μου είναι εκείνες οι ελάχιστες που τραβήχτηκαν – άραγε από
ποιον- κατά τη διάρκεια κάποιου
διαλείμματος από τις αγροτικές δουλειές γιατί σε εκείνες, τα πρόσωπα είναι πιο
γελαστά, παρά τον σωματικό κάματο.
Η
μεταφορά μέσω της εικόνας σε μια άλλη διάσταση του χρόνου, είναι μαγική καθώς η
έλλειψη χρώματος και λεπτομερειών αφήνει πολύ χώρο στην φαντασία να φτιάξει την
δική της αλήθεια και συνάμα μελαγχολική διότι γίνεται αντιληπτό πως η λήθη
είναι τελικά η μοίρα όλων των ανθρώπων.
Μα
αυτές που μου αρέσουν περισσότερο είναι εκείνες στις οποίες ποζάρουν νέοι
άνθρωποι, με τη ζωή μπροστά τους. Μια ζωή που τους περίμενε σαν θάλασσα
απέραντη, τρεμάμενη από ηδονικά κύματα να τους καλεί να την ταξιδέψουν. Ένα
ταξίδι ανεπανάληπτο που για αυτούς πλέον έχει φτάσει στο τέλος του εδώ και
πολλά χρόνια.
Μπορώ
να τις κοιτάω για ώρες και να φαντάζομαι τι λέχθηκε πριν ή μετά την
φωτογράφιση, τις έννοιες και τα προβλήματα των ανθρώπων αυτών. Κάθε φορά όμως,
μια σκέψη στεφανωμένη με όλη της την ματαιοδοξία επιστρέφει: τί αξία θα έχουν
οι δικές μου και για ποιον;
H φωτογραφία είναι από
http://www.lifo.gr/guests/paliaathina/41460
