Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Τώρα θα παίξουμε ρώσικη ρουλέτα... - γράφει ο Γιώργος Σιάμινος

Πρόσωπα, χρόνος, τόπος και τρόπος δεν έχουν καμία σημασία. Θα μπορούσε να συμβεί στον οποιοδήποτε και οπουδήποτε. Για την ακρίβεια έχει συμβεί αμέτρητες φορές. Όμως τώρα ήρθε η σειρά του. Ίσως γ΄ αυτό όλα του φαίνονται τόσο ξεχωριστά. Τελικά η αιωνιότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια στιγμή παραπέρα από το παρόν, μια ακόμη διάφανη σταγόνα που πέφτει από τον σταλακτίτη της μνήμης στην άβυσσο. 
Είπαν τα συνηθισμένα «δεν χανόμαστε» και  «θα τα λέμε». Την έβαλε στο Λεωφορείο της γραμμής και τη χαιρέτησε μηχανικά με ένα νεύμα από εκείνα τα γνωστά των αποχωρισμών, που αφήνουν ένα γρέζι μέσα σου και ένα μόνιμο σφίξιμο στο στήθος. Πήρε μαζί της τα πάντα εκτός από δύο-τρία βιβλία ποτισμένα με τον ιδρώτα και την ανάσα της και κάτι γαμημένες αναμνήσεις που μυρίζουν αλμύρα, γέλια, χαμόγελα και πουπουλένιες κυριακάτικες καλημέρες.
Το καυσαέριο έμπαινε μέσα στα ρουθούνια, καθώς ο οδηγός έπαιζε εκνευριστικά με το γκάζι, αλλά αυτός εκεί ακίνητος. Η πόρτα σφάλισε. Έκλεισε για λίγο τα μάτια, ελπίζοντας πως μόλις τα ξανάνοιγε θα χε τελειώσει ο εφιάλτης. Μάταια, η φωνή από το μεγάφωνο, ανακοίνωνε αδιάφορα και βιαστικά «αναχώρηση για…». Είχαν περάσει δύο-τρία, πέντε λεπτά ίσως και περισσότερο και στεκόταν ακόμη ασάλευτος σε στάση προσοχής, σαν στρατιωτάκι σε επίσημη τελετή, ανέτοιμος να αποδεχθεί το τέλος. Παρατηρούσε το λεωφορείο να ξεμακραίνει μέχρι που το κατάπιε ο ορίζοντας. Ο σταθμός άδειασε και οι φωνές σώπασαν. Έμεινε μόνος.
Μόνο τον βρήκε και το χάραμα να κοιτάει τον ουρανό, ψάχνοντας να ανακαλύψει εκείνη την μαγική εξίσωση, που επιτέλους θα του επιτρέψει να τετραγωνίσει τους ομόκεντρους κύκλους της φθοράς. Εξαντλημένος με βλέμμα ασάλευτο, κεφάλι μουδιασμένο και κορμί σε παράλυση, σαν μετά από ξυλοδαρμό, γλύφει της πληγές, παραδομένος άνευ όρων σε συννεφιασμένες ανομολόγητες σκέψεις.
Περπατά άτσαλα κουτσαίνοντας πάνω σε πυκνά χειμωνιάτικα νεφελώματα ομίχλης, σκοντάφτει σε άγνωστες φοβίες, μπαίνει όλο και βαθύτερα στον ψυχρό λευκό ορίζοντα, εξατμίζεται και σαν αερικό κάνει φαύλους κύκλους γύρο από το μηδέν. Απομακρύνεται από το άπειρο και εκμηδενίζεται σε μια φλεγόμενη σκιά που ακολουθεί το σκοτεινό μίτο της ανυπαρξίας, αφού έφαγε πόρτα από τη ζωή της.
Κάπως έτσι θα είναι οι επόμενες χαραυγές, γερασμένες και άχρωμες, σαν τα μαλλιά του που πήραν να ξεβάφουν, στις άκρες των κροτάφων. Οι στιγμές θα μοιάζουν με δίσεχτα έτη ξεφτισμένων ημερολογίων, που δεν ξεκρεμάστηκαν ποτέ από τους ραγισμένους τοίχους των ερειπωμένων επιθυμιών.
Με το πέρασμα του χρόνου, όπως το καθετί αφήνει ίχνη πίσω του, διαγράφοντας την δική του πορεία, έτσι οι μέρες θα χαράζουν τις αμυχές τους και οι νύχτες θα αφήνουν τα μπλαβιά στίγματα τους πάνω σε ακόμη ένα παγωμένο ανθρώπινο κουφάρι, που έμεινε μετέωρο στο κενό.
Δεν μοιάζει με τους πολέμους που δίνονται για να κερδηθούν, ούτε με λάθη που ξοφλούνται μια και έξω. Μοιάζει με ισόβια καταδίκη που δεν έχει την επιλογή να αποφύγει ή  ναρνηθεί. Εξαρχής ηττημένος, μάταια κουνά το λευκό σημαιάκι της παραίτησης στον εχθρό για να δείξει οίκτο ή έστω εγκράτεια. Καμιά προσμονή ανακωχής, το μόνο που του απόμεινε να καρτερά είναι πότε θα βαρεθεί να διασκεδάζει ο νέος του δήμιος με την ανημποριά του για να τον ξεπαστρέψει, όπως η γάτα το ποντίκι.
Τον βλέπει, τον ζυγίζει, τον παρακολουθεί με ευχαρίστηση καθώς καταρρέει και όμως δεν της είναι αρκετό. Ακόμη και όταν σπαρταράει διπλωμένος στο πάτωμα και εκλιπαρεί εξουθενωμένος το Μορφέα να έρθει να τον ποτίσει από το κέρας του υπνωτικούς χυμούς, εκείνη συνεχίζει σαδιστικά να απολαμβάνει την βύθιση του στον βάλτο της θλίψης. Μα και αυτό δεν της αρκεί.
Του την έχει στημένη και περιμένει την στιγμή που οι παραισθήσεις θα πλεχτούν με τις αναμνήσεις, για να γίνει έρμαιο κάθε διαστροφής της. Τότε αποκαλύπτεται ντυμένη στα μαύρα πέπλα της. Απόμακρη, επιβλητική και επικίνδυνη, έτοιμη να ρουφήξει και την τελευταία του ανάσα. Η σκιά της σφίγγει το στέρνο του δυνατά και εκείνος μέσα στην ζαλάδα νομίζει πως όλα επιτέλους τέλειωσαν. Όμως αυτό το μαρτύριο δεν έχει ημερομηνία λήξης. Το σφίξιμο ανεβαίνει στην καρωτίδα. Οι δύσπνοιες και οι ταχυπαλμίες ξεσπούν σε δάκρυα και αναφιλητά. 
Καθώς βρίσκεται ημιλιπόθυμος και ελπίζει σε μια μικρή ανάπαυλα η σκοτεινή μορφή έρχεται πάνω από το κεφάλι του, μπλέκει το ένα άκρο της γύρο από το λαιμό του για να τον ακινητοποιήσει και χωρίς να διστάσει λεπτό γρατζουνά με το νύχι της το δέρμα γύρω από το τραύμα του μετώπου του. Και αυτός ο αφελής νομίζει πως είναι ένα δήγμα συμπόνιας, ένα χάδι, αλλά γρήγορα καταλαβαίνει από την μυρωδιά της σήψης που βγάζουν τα χνώτα της, ότι ακόμη δεν έχει μάθει τίποτα για την εθιστική ηδονή του πόνου.
Έπειτα τον φτύνει κατάμουτρα, του λέει τις ποιο σκοτεινές βλαστήμιες και του υπόσχεται τα πιο κτηνώδη βάσανα, καθώς απλώνει με σχολαστικότητα πάνω στη νέα του πληγή ξύδι και αλάτι. Το τσούξιμο σμίγει με την ημικρανία και κρύος ιδρώτας ξεκινά να τρέχει σαν ποτάμι από τους λοβούς. Τρέμουλο και κάψιμο μαζί και όλα να μοιάζουν με κακό όνειρο που μόλις ξυπνήσει θα εξαφανιστεί.
Όμως δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα, έμεινε ξάγρυπνος μέσα σε αυτόν τον εφιάλτη, κοιτώντας από την τετράγωνη τρύπα του δωματίου τον σάπιο ουρανό να αποσυντίθεται και να πέφτουν τα κομμάτια του πάνω σε σορούς από παλιοσίδερα υποσχέσεων, κάνοντας εκκωφαντικό κρότο. Αποκαλύπτονται μπροστά του τα ιερογλυφικά του αποχωρισμού και εκείνος μόλις που πρόλαβε να ψηλαφίσει το ανοιξιάτικο αλφαβητάρι του πάθους.
Τώρα τρομοκρατημένος, με την άκρη του ματιού τη βλέπει να κόβει βόλτες στο σαλόνι και να σβήνει το μακρύ της τσιγάρο μέσα στο γεμάτο ποτήρι του. Λιμάρει τα νύχια της νευρικά, μ' ένα γυάλινο στιλέτο από τον σπασμένο καθρέπτη του μπάνιου και μπαινοβγαίνει ανυπόμονα μέσα στις σελίδες ξεφτισμένων περιοδικών, αποδομώντας πλαστικά φιλιά και μακιγιαρισμένους έρωτες. Ειρωνεύεται μεγαλόφωνα τις θεωρητικές ταχυδακτυλουργίες των ξεχασμένων βιβλίων που γράφουν για «…την εξαφάνιση η οποία «γεννά» εμφανίσεις, πράγμα μόνο κατά τα φαινόμενα αντιφατικό ακριβώς γιατί αφανίζουμε κάτι γεννώντας ψευδαισθήσεις ή οράματα» και την επόμενη στιγμή περπατά στο ταβάνι, με σκοπό να διώξει την αράχνη από την απέναντι γωνία και να οικειοποιηθεί τον ιστό της.
Ακόμη δεν είδε τίποτα, αυτά ήταν μονάχα τα προκαταρκτικά. Προετοιμάζεται να εξοικειώσει το νέο της τρόπαιο με τον αρχέγονο φόβο της απώλειας, και βάζει μια ασημένια σφαίρα στη θαλάμη. Στριφογυρίζει με τη παλάμη τον μύλο του πιστολιού και τον σημαδεύει.
«Σήκω» του λέει, «τώρα θα παίξουμε ρώσικη ρουλέτα»«Ρίξε» της φωνάζει ικετευτικά και βλέπει όλες τις... αιώνιες στιγμές και εκείνες τις γαμημένες αναμνήσεις να συστέλλονται για να στριμωχτούν μέσα σε έναν κρότο, λές και ετοιμάζονται να ποζάρουν για φωτογραφία.
«Μόλις αρχίσαμε μικρέ, υπομονή… υπομονή» του απαντά η Μοναξιά, καθώς τρίβει με ευχαρίστηση την κάννη του περιστρόφου…